ἄσμενος

ἄσμενος
Grammatical information: adj.
Meaning: `well-pleased, glad' (Il.).
Derivatives: ἀσμενίζω `receive with joy, be content' (Plb.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Isolated part. of unknown origin. As sigmatic aorist from *Ϝάδ-σ-μενος zu ἁνδάνω, ἥδομαι Schwyzer 749 A. 3; however the form has lenis, s. McKenzie ClassQuart. 20, 193f. - Wackernagel Verm. Beiträge 6: to νέομαι from *n̥s-s-menos, positing an original meaning `saved', for which s. DELG; cf. Bechtel Lex. vW. connects ἀσπάζομαι (*ασπ-μενος), which is tempting, but the meaning remains difficult.
Page in Frisk: 1,166

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άσμενος — ἄσμενος, η, ον (Α) 1.1. πάρα πολύ ευχαριστημένος, περιχαρής 2. (με επιρρ. σημ.) ευχαρίστως, με μεγάλη χαρά II. επίρρ. ἀσμένως ευχαρίστως, με πολλή χαρά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. φέρει το ινδοευρ. επίθημα meno , το οποίο χαρακτηρίζει στην Ελληνική τις… …   Dictionary of Greek

  • ἅσμενος — ἄσμενος , ἄσμενος well pleased masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσμενος — well pleased masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμεναίτατον — ἄσμενος well pleased masc acc sg ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμενέστατα — ἄσμενος well pleased adverbial superl ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc superl pl ἀσμενής adverbial superl ἀσμενής neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμένων — ἄσμενος well pleased fem gen pl ἄσμενος well pleased masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμένως — ἄσμενος well pleased adverbial ἄσμενος well pleased masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσμενον — ἄσμενος well pleased masc acc sg ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμεναίτατα — ἄσμενος well pleased neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμενεστάτην — ἄσμενος well pleased fem acc superl sg (attic epic ionic) ἀσμενής fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσμενεστάτῳ — ἄσμενος well pleased masc/neut dat superl sg ἀσμενής masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.